Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Θαλάσσια θηλαστικά - Marine mammals

Ξέρατε, ότι στον Κορινθιακό κόλπο παρατηρείται το μοναδικό στον κόσμο φαινόμενο συμβίωσης μεταξύ τριών διαφορετικών ειδών δελφινιών; Ότι η Ελληνική Τάφρος είναι η σημαντικότερη περιοχή για τους φυσητήρες σε ολόκληρη τη Μεσόγειο;


Ότι η μεσογειακή φώκια Monachus monachus είναι ένα από τα σπανιότερα είδη του πλανήτη;

Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν τις ελληνικές θάλασσες ως ένα πολύτιμο τόπο για την επιβίωση αυτών των σπάνιων ειδών, των οποίων η παρουσία είναι ιδιαίτερα σημαντική για το θαλάσσιο οικοσύστημα της Μεσογείου. 

Παράλληλα όμως και σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη τον Οκτώβριο του 2010, στα πλαίσια υλοποίησης του προγράμματος “Θάλασσα”, η πλειοψηφία της ελληνικής κοινής γνώμης αγνοεί όχι μόνο τη σπουδαιότητα αλλά ακόμη και την ύπαρξη των θαλάσσιων θηλαστικών στη χώρα μας. Αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης γνώσης και της γενικότερης μη φιλικής προς το περιβάλλον στάσης και συμπεριφοράς, είναι ότι τα θαλάσσια θηλαστικά σήμερα απειλούνται με εξαφάνιση, καθώς ο ρυθμός μείωσης των πληθυσμών τους είναι κάτι παραπάνω από ανησυχητικός.


Θαλάσσια θηλαστικά ονομάζονται τα ζώα που έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους το θηλασμό των νεογνών τους. Στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο φιλοξενείται ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών ειδών θαλάσσιων θηλαστικών, που τον αναδεικνύει σε σημαντικό θαλάσσιο οικότοπο της Μεσογείου.

Από τα 14 είδη θαλάσσιων θηλαστικών που έχουν παρατηρηθεί στις ελληνικές θάλασσες μόνιμα ζουν τα εξής 9: Η μεσογειακή φώκια Monachus monachus, το ρινοδέλφινο Tursiops truncatus, το ζωνοδέλφινο Stenella coeruleoalba, το σταχτοδέλφινο Grampus griseus, το κοινό δελφίνι Delphinus delphis, η πτεροφάλαινα Balaenoptera physalus, ο φυσητήρας Physeter macrocephalus, ο ζιφιός Ziphius cavirostris και η φώκαινα Phocoena phocoena.

Τα υπόλοιπα 5 που έχουν μόνο περιστασιακή παρουσία στα ελληνικά νερά είναι: η μεγάπτερη φάλαινα Megaptera novaeangliae, η ρυγχοφάλαινα Balaenoptera acutorostrata, η ψευδόρκα Pseudorca crassidens, ο μεσοπλόδοντας Mesoplodon sp και το στενόρυγχο δελφίνι Steno bredanensis.

Τα στοιχεία που παρατίθενται παρακάτω για τα θαλάσσια θηλαστικά προέρχονται από το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας, τη μονογραφία «Τα Κητώδη των Ελληνικών Θαλασσών», την «Τεχνική Αναφορά για τα Κητώδη στις Ελληνικές Θάλασσες» καθώς και την «Τεχνική αναφορά για την κατάσταση του πληθυσμού της μεσογειακής φώκιας στην Ελλάδα». Για ορισμένα από τα είδη των θαλάσσιων θηλαστικών οι επιστημονικές γνώσεις είναι περιορισμένες και υπάρχει ανάγκη για περισσότερη έρευνα.

Μεσογειακή Φώκια Monachus monachus

Κατάσταση είδους: Κρισίμως Κινδυνεύον
Στις ελληνικές θάλασσες ζει και αναπαράγεται ο μισός περίπου παγκόσμιος πληθυσμός του είδους, που απαριθμάται στα 250-300 περίπου άτομα. Τα αρσενικά έχουν κατά μέσο όρο μήκος 2,4 μ. και βάρος 315 κιλά ενώ τα θηλυκά έχουν μήκος 2,0-2,4 μ. και βάρος 300 κιλά. Καταδύεται από μικρή ηλικία σε βάθος μέχρι και 170 μ. και τρέφεται με μεγάλη ποικιλία θαλάσσιων οργανισμών, ενώ μεγάλο ποσοστό της τροφής της αποτελούν τα μεγάλα κεφαλόποδα, όπως το χταπόδι. Γεννάει ένα μικρό σχεδόν κάθε χρόνο, η αναπαραγωγική περίοδος είναι από τον Αύγουστο μέχρι το Δεκέμβριο και μπορεί να φτάσει σε ηλικία τα 45 χρόνια.







 H μεσογειακή φώκια παρότι περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στη θάλασσα, χρησιμοποιεί και τη ξηρά, κυρίως απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες θαλασσινές σπηλιές, για να γεννήσει και να γαλουχήσει τα μικρά της αλλά και για να αναπαυτεί. Θηλάζει, φροντίζει και εκπαιδεύει μέχρι και 4 μήνες τα μικρά της (περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είδος φώκιας). Το είδος παρατηρείται σε όλη την παράκτια και νησιωτική ζώνη της Ελλάδας, εκτός από τους δύο κλειστούς κόλπους του Κορινθιακού και του Αμβρακικού.
Γνωστή και από τον Παπαδιαμάντη με «Το μοιρολόγι της φώκιας», η Monachus monachus έχει πάντα υγρά μάτια, γιατί δεν έχει τον δακρυϊκό πόρο που οδηγεί τα δάκρυα από την άκρη του ματιού στη μύτη, όπως έχουν τα περισσότερα θηλαστικά και έτσι είναι πάντα σαν να κλαίει. Για αυτό τα δάκρυά της που κυλούν συνέχεια, σχηματίζουν γύρω από τα μάτια της μία υγρή μάσκα.  

Φυσητήρας Physeter macrocephalus

Κατάσταση είδους: Κινδυνεύον
Πρόκειται για το ζώο με τον μεγαλύτερο εγκέφαλο που έχει καταγραφεί ποτέ στο ζωϊκό βασίλειο, o οποίος ζυγίζει κατά μέσο όρο 8 κιλά. Ο μεσογειακός πληθυσμός των φυσητήρων θεωρείται απομονωμένος. Το μέγιστο μήκος που έχει καταγραφεί για αρσενικά και θηλυκά στη Μεσόγειο είναι γύρω στα 17,3 μ. και 10,5 μ. αντίστοιχα. Ο φυσητήρας καταδύεται σε βάθος 500-1.000 μ. προκειμένου να τραφεί με καλαμάρια, που είναι και η βασική του τροφή. Ο μέσος όρος κατάδυσης είναι 25-60 λεπτά για τους αρσενικούς και 20-24 λεπτά για τους θηλυκούς, αν και οι βαθύτερες καταγεγραμμένες καταδύσεις πλησιάζουν τα 2.000 μ. και τις 2 ώρες. Η εποχή της αναπαραγωγής είναι από τα μέσα Ιουνίου ως τα τέλη Αυγούστου και έχουν μέσο όρο ηλικίας τα 70 χρόνια (ίσως και περισσότερο).



Στην Ελλάδα συναντάται κατά μήκος της Ελληνικής Τάφρου (από τα Δυτικά των Ιονίων νήσων και της Πελοποννήσου έως τα νότια της Κρήτης και τα νοτιοανατολικά της Ρόδου), στο Μυρτώο Πέλαγος και σε περιοχές του Αιγαίου Πελάγους, ειδικά όπου υπάρχουν μεγάλα βάθη. Η Ελληνική Τάφρος είναι η σημαντικότερη περιοχή για τους φυσητήρες στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρη τη Μεσόγειο με βάση την υπάρχουσα γνώση. Ειδικότερα για την πληθυσμιακή ομάδα που ζει ή επισκέπτεται τα νερά της Ελληνικής Τάφρου γνωρίζουμε ότι είναι περίπου 200 άτομα όλων των ηλικιών, ενώ για το σύνολο των ελληνικών θαλασσών ο αριθμός τους δεν υπερβαίνει τα 300 άτομα. Ο αριθμός αυτός πιθανόν να εκπροσωπεί και το μεγαλύτερο μέρος των φυσητήρων που ζουν σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο. Ζουν σε κοινωνικές ομάδες που αποτελούνται από ενήλικα θηλυκά και από 4-12 νεαρά άτομα. Έχουν την ικανότητα, να μεταδίδουν τα πολιτισμικά στοιχεία τους, (τη γλώσσα, τη δομή και την ιεραρχία της κοινωνίας, τους χάρτες τροφής κτλ) από τη μητέρα στο νεογέννητο. Χρησιμοποιούν ήχους για να προσανατολίζονται και να επικοινωνούν μεταξύ τους. 

 

Κοινό δελφίνι, Delphinus delphis

Κατάσταση είδους: Κινδυνεύον
Κάποτε ήταν το πιο διαδεδομένο είδος δελφινιού στην Ελλάδα, αλλά τα τελευταία 40 χρόνια ο πληθυσμός του έχει υποστεί σοβαρή μείωση. Στην Ελλάδα το μέσο μήκος του είναι 1,80 μ. και το βάρος κυμαίνεται γύρω στα 90 κιλά. Λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία για τον παγκόσμιο πληθυσμό, μπορεί να καταδύεται για την τροφή του έως 300 μ. και για περισσότερο από 8 λεπτά, όταν όμως ζει σε παράκτιες περιοχές οι καταδύσεις του είναι πολύ πιο μικρές σε βάθος και διάρκεια. Σύμφωνα με στοιχεία από την περιοχή του εσωτερικού Ιονίου, η δίαιτά του αποτελείται κατά κύριο λόγο από σαρδέλες, φρίσσες, γαύρους, ζαργάνες, κεφαλόποδα κ.α. Οι γεννήσεις πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των θερμών μηνών ενώ η μέγιστη ηλικία τους τοποθετείται μεταξύ των 20 και 50 ετών.

Το κοινό δελφίνι συναντάται κυρίως σε περιοχές με βάθη έως 200 μέτρα και κοντά στην ακτή. Υπάρχουν συγκεκριμένες ομάδες που ζουν στον έσω Ιονικό και Κορινθιακό κόλπο, οι οποίες είναι απομονωμένες.
Στις ελληνικές θάλασσες συναντάται στο εσωτερικό Ιόνιο, στον Κορινθιακό Κόλπο, στο Θρακικό Πέλαγος, στις Βόρειες Σποράδες, στο Σαρωνικό Κόλπο, στο Νότιο Ευβοϊκό, στα Δωδεκάνησα, στο Βόρειο Ευβοϊκό και Παγασητικό, στις Κυκλάδες, στο βορειοανατολικό Αιγαίο (μεταξύ των ελληνικών νησιών και των τουρκικών ακτών) και στο Θερμαϊκό. Στο Αιγαίο ο σημαντικότερος οικότοπος είναι στη Θράκη. 

 

Φώκαινα, Phocoena phocoena

Κατάσταση είδους: Κινδυνεύον
Πρόκειται για ένα από τα μικρότερα κητώδη στον κόσμο. Ο πληθυσμός που ζει στο Β. Αιγαίο και συγκεκριμένα στα νερά της Θράκης θεωρείται ο μοναδικός της Μεσογείου. Κατά μέσο όρο, το μήκος των θηλυκών που βρίσκονται στην Ελλάδα είναι 1,35 μ.,των αρσενικών 1,25 μ. και το βάρος τους 50 κιλά. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την εποχικότητα αναπαραγωγής της, ενώ δεν έχουμε τις απαραίτητες γνώσεις για τις διατροφικές της συνήθειες. Γνωρίζουμε όμως ότι τρέφεται με ψάρια, όπως για παράδειγμα ο γαύρος και οι γωβιοί. Οι καταδύσεις της κυμαίνονται από 14 ως 41 μ. και ζει έως 24 χρόνια. 


Είναι εξαιρετικά δυσπρόσιτο ζώο και ως αποτέλεσμα οι πληροφορίες που έχουμε γι’αυτό είναι περιορισμένες. Αυτό που γνωρίζουμε όμως είναι ότι οι φώκαινες του Αιγαίου και της Μαύρης θάλασσας διαφοροποιούνται γενετικά από τις φώκαινες του υπόλοιπου πλανήτη. Το μέγεθος και η γεωγραφική απομόνωση του υποπληθυσμού αυτού, τον καθιστά εξαιρετικά ευάλωτο. 

 

Σταχτοδέλφινο, Grampus griseus

Κατάσταση είδους: Τρωτό
Το σταχτοδέλφινο ξεχωρίζει για τα σημάδια στο δέρμα του ενώ έχει και το μεγαλύτερο μέγεθος από τα υπόλοιπα δελφίνια. Το μέσο μήκος του είναι περίπου 3,5 μ. και το μέσο βάρος 300-400 κιλά. Η διατροφή του σταχτοδέλφινου βασίζεται σε καλαμάρια και περιστασιακά σε ψάρια, ενώ για να τραφεί μπορεί να καταδυθεί και σε βάθος 500 μ. Ζει σε βάθη από 200 ως 1700 μ. και σε απόσταση από την ακτή από 1 ως 32 χλμ. Οι περισσότερες γεννήσεις τοποθετούνται την καλοκαιρινή περίοδο ενώ ζει πάνω από 30 χρόνια. 


Διαβιεί κυρίως στο Μυρτώο πέλαγος και νότια ως τη ΒΔ Κρήτη, τις Β. Σποράδες και τη Χαλκίδικη. Πρόκειται για γενετικά διαφοροποιημένα ζώα από αυτά που βρίσκονται στον Ατλαντικό, ενώ υπάρχουν ενδείξεις διαφοροποίησης και στη Μεσόγειο. Δεν έχουμε πληροφορίες για την αφθονία του συγκεκριμένου είδους στην Ελλάδα, αλλά από αυτά που γνωρίζουμε είναι λιγότερο άφθονο από το ρινοδέλφινο και το κοινό δελφίνι. 

 

Ρινοδέλφινο, Tursiops truncatus

Κατάσταση Είδους: Τρωτό
Πρόκειται για το δεύτερο μεγαλύτερο δελφίνι μετά το σταχτοδέλφινο και το δεύτερο σε αφθονία μετά το ζωνοδέλφινο. Το μέσο μήκος των ρινοδέλφινων είναι από 2,6 έως 3,3 μ. και έχουν βάρος 270-350 κιλά. Τρέφεται με ψάρια όπως μπαρμπούνι, μπακαλιάρο κ.α. Οι περισσότερες γεννήσεις παρατηρούνται τον Αύγουστο ενώ η διάρκεια ζωής των αρσενικών είναι 40-45 χρόνια και των θηλυκών 50-55 χρόνια.



 

Απαντάται πολύ συχνά στα ελληνικά νερά, κυρίως στις παράκτιες περιοχές από 6 έως 250 χιλιόμετρα από την ακτή. Ο τοπικός υποπληθυσμός του Αμβρακικού κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Διαφοροποιείται γενετικά από το ρινοδέλφινο που βρίσκεται στον Ατλαντικό, ενώ διαφοροποιήσεις παρατηρούνται και μεταξύ αυτών της δυτικής και της ανατολικής Μεσογείου. 

 

 

 

Ζωνοδέλφινο, Stenella coeruleoalba

Κατάσταση είδους: Τρωτό
Το πιο συχνά απαντώμενο κητώδες. Το μέσο μήκος του είναι 1,65 μ., πολύ μικρότερο από τα ζωνοδέλφινα που ζουν στους ωκεανούς και είναι από τα μικρότερα παγκοσμίως. Τρέφεται με ποικιλία οργανισμών όπως κεφαλόποδα, ψάρια και μαλακόστρακα. Οι περισσότερες γεννήσεις παρατηρούνται τον Αύγουστο και η μέγιστη ηλικία θεωρούνται τα 45 έτη.

Η κύηση διαρκεί περίπου 12-13 μήνες, ο απογαλακτισμός συμβαίνει περίπου στους 18 μήνες και το διάστημα μεταξύ των γεννήσεων είναι 3 χρόνια. Καταδύεται συχνά μέχρι τα 200 μ. αλλά είναι ικανό για πολύ μεγαλύτερες καταδύσεις. Διαβιεί στο μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών θαλασσών και σε βάθη μεγαλύτερα των 200 μ., σε απόσταση 1 χλμ. από την ακτή.

Ένας υποπληθυσμός ζωνοδέλφινων ζει στον Κορινθιακό κόλπο απομονωμένος. Στον Κορινθιακό κόλπο φτιάχνει ομάδες με κοινά δελφίνια και σταχτοδέλφινα. Οι πληθυσμοί της Μεσογείου και του Ατλαντικού είναι απομονωμένοι, ενώ και οι πληθυσμοί ανά τη Μεσόγειο θεωρούνται απομονωμένοι. 

 

Πτεροφάλαινα Balaenoptera physalus

Κατάσταση είδους: Ανεπαρκώς γνωστά 
Η μεγαλύτερη φάλαινα που παρατηρείται στην Ελλάδα, έχει μέγιστο συνολικό μήκος πάνω από 20 μ. Τα στοιχεία που έχουμε για την πτεροφάλαινα είναι ελλιπή. Τρέφεται με ζωοπλανγκτόν που μοιάζει με μικρές γαρίδες και ονομάζεται «κρίλ». Δεν γνωρίζουμε τον αναπαραγωγικό της κύκλο και δεν έχουμε στοιχεία για τον ελληνικό πληθυσμό. 




 Εντοπίζεται σταθερά ανοικτά των Ιονίων νήσων, όμως κάποιες χρονιές μπορεί να παρατηρηθεί και πολύ κοντά στις ακτές (για παράδειγμα στον Σαρωνικό). Απαντάται στα πελάγη, κυρίως σε βάθη άνω των 2.000 μ. Η κατάσταση των πληθυσμών της στη Μεσόγειο, μας είναι άγνωστη. 

 

 

Ζιφιός Ziphius cavirostris

Κατάσταση είδους: Ανεπαρκώς γνωστά 
Πρόκειται για το βαθύτερο δύτη και για ένα δυσπρόσιτο ζώο. Ως εκ τούτου, δεν έχουμε ακριβή στοιχεία για τον πληθυσμό του για καμία περιοχή της Μεσογείου. Το μέγεθός του είναι κατά μέσο όρο μικρότερο από το μέγεθος των ζώων που παρατηρούνται στους ωκεανούς. Παγκοσμίως, το μήκος τους φτάνει τα 6 μ. Τρέφεται αποκλειστικά ή κυρίως με καλαμάρια.




Στις ελληνικές θάλασσες τους συναντάμε στις περιοχές που συναντάμε και τους φυσητήρες, όπως την Ελληνική Τάφρο. Οι περιοχές που παρατηρούμε σταθερά το είδος είναι η Ν. Κρήτη και η Δ. Λευκάδα, ενώ προτιμά και τις θαλάσσιες περιοχές με έντονη κλίση όπου το βάθος αυξάνεται απότομα. Οι γνώσεις μας είναι ελλιπείς σε ότι αφορά την περίοδο αναπαραγωγής, το μέσο όρο ζωής, την αφθονία και τον πληθυσμό. 



Τα παρακάτω πέντε είδη θαλάσσιων θηλαστικών είναι περιστασιακοί και σπάνιοι επισκέπτες στη χώρα μας. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία που έχουμε για αυτά είναι λίγα.   

Μεγάπτερη Φάλαινα, Megaptera novaeangliae

Κατάσταση Είδους: Μη εκτιμημένα
Το συνολικό μήκος για τα αρσενικά είναι 10,3 μ. και 13,9 μ. για τα θηλυκά. Υπάρχουν 13 δημοσιευμένες καταγραφές μεγάπτερων φαλαινών στη Μεσόγειο. Στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο έχουν γίνει δύο παρατηρήσεις, στο έσω Ιόνιο και στο Μυρτώο Πέλαγος.

Βόρεια Ρυγχοφάλαινα, Balaenoptera acutorostrata

Κατάσταση Είδους: Μη εκτιμημένα
Το μέσο μήκος των θηλυκών παγκοσμίως είναι 8,5-8,8 μ. ενώ των αρσενικών είναι 7,8-8,2 μ. Υπάρχουν 26 καταγραφές βόρειων ρυγχοφαλαινών στη Μεσόγειο.

Ψευδόρκα, Pseudorca crassidens

Κατάσταση Είδους: Μη εκτιμημένα
Η ψευδόρκα είναι ένα από τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας των Δελφινιδών, με τα ενήλικα αρσενικά να έχουν μέγιστο μήκος τα 6,10 μ. και τα θηλυκά τα 5,06 μ. Υπάρχουν 33 καταγραφές ψευδόρκας στη Μεσόγειο, 16 στη δυτική λεκάνη και 17 στην ανατολική.

Στενόρυγχο δελφίνι, Steno bredanensis

Κατάσταση Είδους: Μη εκτιμημένα
Το μέγιστο μήκος είναι 2,65 για τα αρσενικά και 2,55 μ. για τα θηλυκά. Στο θαλάσσιο χώρο της Μεσογείου έχουν καταγραφεί 18 παρατηρήσεις στενόρυγχων δελφινιών.

Μεσοπλόδοντας, Mesoplodon sp.

Κατάσταση Είδους: -

Είναι από τα λιγότερο γνωστά θηλαστικά της γης, γιατί είναι δυσπρόσιτα ζώα που δύσκολα μπορεί κανείς να τα παρατηρήσει στο φυσικό τους περιβάλλον. Υπάρχουν 14 αναγνωρισμένα είδη μεσοπλόδοντα στον κόσμο. Το μέγιστο μήκος κυμαίνεται από 4,43 μ. ως 5,64 μ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας. Λεγάκης Α. & Μαραγκού Π. Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία, Αθήνα 2010.
Τα κητώδη της Ελλάδας: Γνώση της Παρούσας Κατάστασης. Τεχνική Αναφορά Αλέξανδρος Φραντζής, Αθήνα 2009.
Τα Κητώδη των Ελληνικών Θαλασσών. Μονογραφίες Θαλάσσιων Επιστημών. Φραντζής Α. & Αλεξιάδου Π., Αθήνα 2003.
Η κατάσταση του πληθυσμού της μεσογειακής φώκιας στην Ελλάδα, MOm, Αθήνα, 2009.


πηγή: www.thalassa-project.gr