Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Ψάρεμα στην Κέα (Τζιά)


Προορισμός η όμορφη Κέα.



Η Κέα, με περίμετρο περίπου 85 χιλιόμετρα και συνολική επιφάνεια 131 τετραγωνικά χιλιόμετρα, είναι από τα μεγαλύτερα Κυκλαδονήσια, το δυτικότερο των Κυκλάδων καθώς και το πιο κοντινό στην Αττική. Το λιμάνι της απέχει μόλις 40 μίλια από τον Πειραιά και 16 μίλια από το Λαύριο εκεί το καράβι "φέρνει" κοντά τους πολυπόθητους ψαρότοπους…
 
Σάββατο απόγευμα ξεκινάμε από την Καισαριανή, που ήταν το σημείο συνάντησης, με προορισμό το λιμάνι του Λαυρίου. Σε μία ώρα περίπου είμαστε εκεί, η "αποστολή" Κέα "απαρτιζόταν", από 5 άτομα και δύο αυτοκίνητα… 

Επιβιβαστήκαμε στο καράβι πήραμε τους καφέδες μας και εκμεταλλευόμενοι τον καλό καιρό καθίσαμε έξω. Ήταν η ώρα, που έδυε ο ήλιος και το θέαμα ήταν πραγματικά υπέροχο. Αυτό ήταν είχαμε ξεφύγει για τα καλά από την τσιμεντούπολη αφήνοντας πίσω τις έγνοιες και τις αγωνίες της καθημερινότητας, με ψαροκουβέντες, πειράγματα και όλα αυτά, που συμβαίνουν όταν σμίγει η παρέα. Η διάρκεια του ταξιδιού ήταν 1 ώρα και πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε.
Κατεβαίνοντας στο λιμάνι της Κέας εφοδιαστήκαμε με ότι κρίναμε αναγκαίο για τη νύχτα, που θα ακολουθούσε, από τα μαγαζιά που είναι κατά μήκος του δρόμου στο λιμάνι. Με τον απαραίτητο εξοπλισμό ήμαστε έτοιμοι για το ψάρεμά μας.



Σε δέκα λεπτά από το λιμάνι ήμαστε στη παραλία Οτζιά, που είχαμε επιλέξει για το νυχτερινό μας ψάρεμα. Είναι αρκετά μεγάλη παραλία εύκολα προσβάσιμη και παρκάραμε τα αυτοκίνητα "ακριβώς" δίπλα μας. Τον βοριά τον είχαμε πρόσωπο αν και δεν ήταν πάνω από 3 μποφόρ. Οι πληροφορίες για την συγκεκριμένη παραλία από παλιότερες εμπειρίες φίλων έλεγαν για καλές μουρμούρες και σαργούς καθώς και για μεγάλα λαυράκια που έχει η περιοχή.

Με αυτές τις πληροφορίες η στρατηγική, που ακολουθήσαμε ήταν λεπτά εργαλεία με διπλάρια και λεπτά σκουλήκια για τις μουρμούρες και τους σαργούς και με πιο βαριά δολώματα και αρματωσιές για τα λαυράκια… Η βραδιά ήταν χωρίς φεγγάρι και στα βαριά δολώματα το μόνο που χτυπούσε ήταν τα μουγκριά, τα οποία με την ανάλογη προσοχή τα απελευθερώναμε στη θάλασσα. Στα διπλάρια μας με αμερικάνο και ακροβάτη δεν άργησαν να έρθουν οι πρώτες μουρμούρες και γλώσσες… Αν και το αποτέλεσμα δεν ήταν ανάλογο των προσδοκιών μας συνεχίσαμε το ψάρεμα ως αργά τη νύχτα, όπου και αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο λιμάνι. Οι 3 της ομάδας θα δοκίμαζαν τη τύχη τους με εγγλέζικο ενώ εγώ με το Θοδώρα θα συνεχίζαμε με casting στοχεύοντας στα μεγάλα λυθρίνια, που έχει δώσει κατά καιρούς το λιμάνι. 


Ως το ξημέρωμα στο λιμάνι τα αγκίστρια μας τα επισκεφτήκαν μόνο δύο μέτριοι σαργοί. Πίνοντας ένα ζεστό καφέ από τον φούρνο απέναντι, που μόλις είχε ανοίξει και το φως του ήλιου, που μας "επέτρεπε" να μετακινηθούμε, επιλέξαμε με το Θοδωρή να πάμε για rock fishing στη πίσω μεριά του λιμανιού. Εκεί τα "κοφτά" νερά και τα βράχια θα μας έδιναν την ευκαιρία αξιοποιήσουμε τον εξοπλισμό μας για τις συνθήκες που είναι κατασκευασμένος… 





Έτσι λοιπόν στήθηκαν οι "surfαδικες" βάσεις μας στα βράχια έτοιμες να υποδεχτούν τα δίσπαστα καλάμια μας με τους μεγάλους και δυνατούς μηχανισμούς, όπως αρμόζει σε ένα άγριο και αφιλόξενο βυθό… Οι αρματωσιές όσο πιο απλές γίνεται με το σίσι περασμένο στη μάνα 0,35mm μαλακή χάντρα στριφτάρι και παράμαλλο 0,30 καλής ποιότητας κα αγκίστρια από νούμερο 2 έως 1/0. Το πρώτο καλάμι είχε στείλει στο βυθό ένα καλοδολωμένο μεγάλο κομμάτι φαραώ χωρίς float, κατά την ετοιμασία του δεύτερου καλαμιού το καλάμι που ήδη ψάρευε άρχισε να λυγίζει επίμονα προς τη θάλασσα η δύναμη που το τραβούσε πρόδιδε πως ο αντίπαλος δεν θα παραδίνονταν εύκολα. Αφήνω το δεύτερο καλάμι και πιάνω στα χέρια μου το καλάμι που ως εκείνη τη στιγμή πάλευε μόνο του με το ψάρι το οποίο δεν έλεγε να σταματήσει τα επίμονα και νευρικά κεφάλια του. 
Το βάρος του μεγάλο, κρίνοντας από τα άγρια και κοφτά βράχια που είχα μπροστά μου, είχα σφιχτά τα φρένα για την αποφύγει βραχώματος… Η μάχη που ακολούθησε ήταν πολύ σκληρή. Όταν κατάλαβα πως το ψάρι έβαζε σε μεγάλη δοκιμασία τον κατά τα άλλα δυνατό εξοπλισμό μου αποφάσισα να του δώσω λίγο φρένα αλλά όχι όσα θα έπρεπε, ώσπου μετά από ένα δυνατό κεφάλι έπαψα να νιώθω το βάρος του, βγάζοντας έξω την αρματωσιά μου κατάλαβα ότι αυτό, που τελικά με πρόδωσε σε αυτή τη ωραία αλλά ηττημένη μάχη, ήταν το λεπτό αγκίστρι που είχε ανοίξει… Αν και είναι τα αγαπημένα μου αγκίστρια, που σε ομαλούς βυθούς με την διακριτικότητα τους και την αιχμηρότητα, που τα διακρίνει, μου έχουν χαρίσει πολλές νίκες σε καταστάσεις rock δεν ανταποκρίνονται. 

Ενθουσιασμένοι από αυτήν την εμπειρία συνεχίσαμε το ψάρεμα μας ώσπου ο Θοδωρής με αμερικάνο και float στο παράμαλλο έβγαλε το πρώτο λυθρίνι και στη συνέχεια ένα μπαρμπούνι… Εγώ συνέχισα στο ένα καλάμι με φαραώ χωρίς float και αυτή τη φορά με πιο δυνατό αγκίστρι περίμενα κάτι ανάλογο με το προηγούμενο ψάρι που ποτέ δεν μάθαμε τι ήταν. Ενώ η ώρα περνούσε και παίρναμε αρκετές τσιμπιές από τα μικρόψαρα της περιοχής το πολλά υποσχόμενο καλάμι μου με τον φαραώ μετά από ένα δυνατό και απότομο χτύπημα πήρε και πάλι κλίση προς τη θάλασσα… αποφασισμένος αυτή τη φορά να κερδίσω εγώ τη μάχη πιάνω το καλάμι και αρχίζω να μαζεύω αργά και σταθερά… Το βάρος και πάλι μεγάλο με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά δεν είχε κεφάλια και τράβηγμα, το βάρος όμως πολύ μεγάλο και με δυσκολία μάζευε πετονιά η μπομπίνα του μηχανισμού. Πέρασαν κάποια λεπτά ώσπου τελικά στο βράχο κάτω από τα πόδια μου ξεπροβάλει κουλουριασμένη η σμέρνα που με παίδεψε τόσο πολύ να την βγάλω, η απογοήτευση μεγάλη, κάνοντας την απαραίτητη φωτογράφιση μαζί της και ενώ την είχα να κρέμεται πάνω από τη θάλασσα έκοψα το παράμαλλο και την άφησα να συνεχίσει και αυτή τα κυνήγια της. Σε τέτοια ψαρέματα είναι πολύ πιθανή η επαφή μας με τις σμέρνες και χρειάζεται μεγάλη προσοχή γιατί τα δόντια της είναι πάρα πολύ κοφτερά και τα σαγόνια της δυνατά ώστε να προκαλέσουν ακόμα και ακρωτηριασμό με ένα μόνο της δάγκωμα… Ποτέ δεν απαγκιστρώνουμε τη σμέρνα απλά με προσοχή κόβουμε το παράμαλλο και την αφήνουμε να ζήσει όσο αποκρουστική και αν μας μοιάζει η φυσιογνωμία της, όλα χρειάζονται στη φύση και είναι απαραίτητα για την ομαλή εξέλιξη της. Ακόμα αν κάποιος θέλει να κρατήσει τη σμέρνα είναι βρώσιμο ψάρι, πρέπει να θυμάται ότι η σμέρνα ζει αρκετές ώρες έξω από το νερό και ότι έχει πολύ μεγάλη ευκινησία και δύναμη. 


Η ώρα περνούσε και ο Θοδωρής έβγαλε ένα ακόμα μεγαλύτερο αυτή τη φορά λυθρίνι, μετά από ώρες ψάρεμα είχαμε πια εντοπίσει την περιοχή που ήταν τα ψάρια και μετά από όλα αυτά κατάφερα να βγάλω και εγώ επιτέλους ένα λυθρίνι. Η συνταγή του μενού γνωστή πια καθώς και ο βοσκότοπος…
Άλλο ένα μπαρμπούνι μπήκε στο ψυγείο του Θοδωρή και εγώ ετοιμάζω την τελευταία ρίψη της αρματωσιάς μου αφού η ώρα είχε περάσει και σε λίγο θα έπρεπε να αρχίσουμε το "μάζεμα". Αυτή τη φορά είχα βάλει 0,26 παράμαλλο και λεπτό αγκίστρι με κίτρινο float ώστε να σηκώνει ψηλά τον ολόκληρο αμερικάνο (ποτέ δεν τον κόβω πάντα τον δολώνω ολόκληρο με τη χρήση της ειδικής βελόνας) στοχεύοντας στα λυθρίνια αυτή τη φορά…

Δεν πέρασαν 10 λεπτά και το καλάμι αυτό λύγισε πολύ περισσότερο από ότι θα περίμενα για το λυθρίνι… Ανεβαίνω στο διπλανό βράχο για να αποφύγω το μπέρδεμα με το καλάμι του Θοδωρή και αρχίζω την αναμέτρηση με αυτό που όλα μου έδειχναν πως δεν είναι λυθρίνι. Έχοντας υπόψη μου το λεπτό παράμαλλο και αγκίστρι που έχω βάλει καθώς και την ήττα μου στην προηγούμενη μάχη μου έδωσα κάποια περιθώρια στο ψάρι λύνοντας τα φρένα τόσο ώστε να μην κοντράρει πολύ αλλά και να έχω εγώ τον έλεγχο για το που θα πάει, σε λίγο χρόνο το ψάρι ήταν από κάτω… Ένα καλό σκαθάρι στην επιφάνεια της θάλασσας αλλά ακόμα δεν ήταν δικό μας. Ο βράχος που είχα ανέβει ήταν πολύ ψιλότερα από τη θάλασσα 3 μέτρα περίπου και ήταν αδύνατο να σηκώσω το ψάρι, τη λύση την έδωσε ο Θοδωρής, που πηγαίνοντας από κάτω ακροβατώντας στα κοφτερά βράχια τελικά έβαλε το σκαθάρι στην απόχη που τώρα πια ήταν δικό μας!!! 



Έτσι τελείωσε αυτή η απόδραση στην Κέα βρίσκοντας τους υπόλοιπους της παρέας στο λιμάνι και δείχνοντας τα ψάρια που είχαμε πιάσει. Με τις ανάλογες κόντρες μεταξύ εγγλεζάδων και καστεράδων επιβιβαστήκαμε στο καράβι για την επιστροφή στη Μεγαλόπολη με γεμάτες μπαταρίες και εμπειρίες που θα μας τονώσουν την υπόλοιπη εβδομάδα στις δουλειές μας.



Κωνσταντίνος Γαλάνης

Το άρθρο αυτό έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό <<Ψαρεύω>> το Δεκέμβριο του 2010.